κέντηση

κέντηση
η (Α κέντησις) [κεντώ]
κεντιά, τσίμπημα, αγκύλωμα, νύξη, νύγμα
νεοελλ.
κέντημα, στόλισμα, ποίκιλμα
αρχ.
επιγρ. η τοποθέτηση ψηφίδων σε μωσαϊκό, η κατασκευή ψηφιδωτών.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • κέντηση — η τρύπημα με αιχμηρό όργανο, τρύπημα, κεντιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κεντήσῃ — κεντήσηι , κέντησις pricking fem dat sg (epic) κεντάω aor subj mid 2nd sg (attic ionic) κεντάω aor subj act 3rd sg (attic ionic) κεντάω fut ind mid 2nd sg (attic ionic) κεντέω prick aor subj mid 2nd sg κεντέω prick aor subj act 3rd sg κεντέω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θωρακοκέντηση — η ιατρ. παρακέντηση τού τοιχώματος τού θώρακα για διαγνωστικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. thoracocentese < thoraco (πρβλ. θώραξ) + centese (πρβλ. κέντηση). Η λ. στον λόγιο τ. θωρακοκέντησις μαρτυρείται από το …   Dictionary of Greek

  • κέντρωση — η (Α κέντρωσις) [κεντρώ] νεοελλ. η τοποθέτηση στο κέντρο αρχ. νύξη, κέντηση, κέντρισμα …   Dictionary of Greek

  • κεντηματιά — η 1. κέντηση, νύξη 2. η βελονιά τού κεντήματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κέντημα, τος + κατάλ. ιά (πρβλ. δαγκωματ ιά, ζαρωματ ιά)] …   Dictionary of Greek

  • κεντησιά — η [κεντώ] 1. η πράξη και το αποτέλεσμα τού κεντώ, κέντηση, κεντιά 2. μτφ. α) παρακίνηση, παρόρμηση β) πείραγμα, νύξη για δυσάρεστα πράγματα …   Dictionary of Greek

  • κεντιά — η [κεντώ] 1. κέντηση 2. οξύς σωματικός πόνος, σουβλιά 3. οξύς πόνος που προέρχεται από τσίμπημα 4. μτφ. ενοχλητικός, δυσάρεστος υπαινιγμός, πείραγμα …   Dictionary of Greek

  • κεντώ — άω (ΑΜ κεντῶ, έω) 1. (για έντομα) κεντρίζω, κεντρώνω, τσιμπώ («μέ κέντησε μια μέλισσα») 2. ερεθίζω κάποιον για να προβεί σε μια ενέργεια, αναγκάζω το άλογο να προχωρήσει, σπιρουνίζω («τη φοράδα κτύπα, κέντησον, φύγε», Κάλβ.) νεοελλ. 1. μτφ.… …   Dictionary of Greek

  • πούρι — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 400 μ.), στην πρώην επαρχία Βόλου, του νομού Μαγνησίας. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (50 τ. χλμ.). * * * Ν (μόριο) (στον Ερωτόκρ.) 1. λοιπόν («κι άσ τονε πούρι τον καιρό κι ας πορπατή») 2. άραγε («ἱντα ναι τα μιλείς,… …   Dictionary of Greek

  • σπιρούνισμα — και σπηρούνισμα, το, Ν [σπιρουνίζω] 1. η κέντηση, το χτύπημα τού αλόγου με το σπιρούνι 2. μτφ. έντονη προτροπή, παρακίνηση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”